Χειρουργός Ουρολόγος Ανδρολόγος
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών
Διευθυντής Ουρολογικής Κλινικής Ευρωκλινικής Αθηνών

Με τον όρο στυτική λειτουργία περιγράφεται το σύνολο των ψυχολογικών και των βιολογικών μηχανισμών, οι οποίοι αυξάνουν την πεϊκή κυκλοφορία και την ενδοπεϊκή πίεση, με αποτέλεσμα την διαστολή των σηραγγωδών σωμάτων, την αύξηση του πεϊκού όγκου και την δημιουργία πεϊκής σκληρότητος, καθιστώντας το πέος ικανό για σεξουαλική επαφή.

Ως «στυτική δυσλειτουργία» ορίζεται η συνεχής ή διαλείπουσα αδυναμία επίτευξης ή και διατήρησης στύσης ικανής για σεξουαλική επαφή. Η «σεξουαλική δυσλειτουργία» είναι ένας ευρύτερος όρος. Περιλαμβάνει εκτός από τα προβλήματα στύσης όλες τις διαταραχές της φυσιολογικής σεξουαλικής υγείας, η οποία εμπερικλείει την ερωτική επιθυμία, τη σεξουαλική διέγερση ακολουθούμενη από στύση, την εκσπερμάτιση, τον οργασμό και την ικανοποίηση.
Από το 1974 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) αναγνωρίζοντας τη σπουδαιότητα της φυσιολογικής σεξουαλικής λειτουργίας ανακοίνωσε ότι «Υπάρχουν θεμελιώδη δικαιώματα για το άτομο, που συμπεριλαμβάνουν το δικαίωμα της σεξουαλικής υγείας και την ικανότητα να απολαμβάνει και να ελέγχει την σεξουαλική και αναπαραγωγική συμπεριφορά σε συμφωνία με την κοινωνική και προσωπική ηθική», ενώ φτάνουμε στο 2001, αρκετά χρόνια αργότερα, όπου το Διεθνές Συμβούλιο για την Ανδρική Σεξουαλική Υγεία υπογραμμίζει ότι «Άτομα με διαταραχές της σεξουαλικής λειτουργίας έχουν το δικαίωμα στην κατάλληλη ιατρική διάγνωση και θεραπεία». Έτσι, ανγνωρίζεται η στυτική δυσλειτουργία ως ιατρική πάθηση και η θεραπεία της ως αναγκαιότητα.

Η εμφάνιση της στυτικής δυσλειτουργίας δεν επηρεάζει μόνο τη σεξουαλική δραστηριότητα. Μπορεί να έχει δραματικά αποτελέσματα στην ποιότητα ζωής τόσο των ανδρών όσο και των συντρόφων τους, επηρεάζοντας δυνητικά όλους τους τομείς της ζωής τους. Γι’ αυτό το λόγο σήμερα αντιμετωπίζεται, όπως οφείλει, σαν πάθηση ζεύγους. Αν και μερικοί άνδρες, κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας, αποδέχονται το πρόβλημα ως φυσική συνέπεια του γήρατος, γεγονός ασύμβατο με τη σύγχρονη λογική της ανδρολογίας, οι περισσότεροι βλέπουν τη στυτική δυσλειτουργία ως μια ανωμαλία. Μειώνεται ο ανδρισμός τους, καταρρακώνεται η αυτοπεποίθησή και αυτοεκτίμησή τους.

Η διαταραχή της στυτικής λειτουργίας είναι συχνή και αποτελεί ένα μείζον ιατρικό και κοινωνικό πρόβλημα. Επιδημιολογικές έρευνες υπολογίζουν ότι η συχνότητα της παγκοσμίως θα αυξηθεί από 152 εκατομμύρια άνδρες το 1995 σε 322 το 2025. Αντίστοιχα στοιχεία για την Ελλάδα δεν υπάρχουν. Μελέτες που έχουν γίνει στις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία αναφέρουν ότι το 5% των ανδρών με ηλικία μικρότερη από τα 40 έτη, το 10% των ανδρών με ηλικία 40-60 έτη, το 20% των ανδρών ηλικίας 60-70 ετών και το 50% των ανδρών άνω των 70 ετών πάσχουν από κάποιου βαθμού στυτική διαταραχή (1). Μόνο 10% των ανδρών που παρουσιάζουν στυτική δυσλειτουργία αναζητούν ιατρική βοήθεια. Έτσι το μεγαλύτερο ποσοστό των πασχόντων παραμένει αδιάγνωστο και δε λαμβάνει τη δέουσα ιατρική θεραπεία (2). Πολλές φορές η σύντροφος είναι αυτή που παρακινεί τον άνδρα να επισκεφτεί το γιατρό.

Φυσιολογία της στύσης

Ένα φυσιολογικό στυτικό επεισόδιο προϋποθέτει μια αλυσίδα γεγονότων. Ο σεξουαλικός ερεθισμός μέσω ενός πολύπλοκου νευρικού δκτύου, ενός σύνθετου αρτηριακού και φλεβικού συστήματος και μέσα σε ένα φυσιολογικό ορμονικό περιβάλλον , ακολουθείται από ελάττωση του τόνου του συμπαθητικού και αύξηση του τόνου του παρασυμπαθητικού συστήματος με αποτέλεσμα την αγγειοδιαστολή. Έτσι, η μειωμένη περιφερική αντίσταση συνεπάγεται την αύξηση ροής του αίματος στις σηραγγώδεις αρτηρίες και στα σηραγγώδη σώματα του πέους. Η αύξηση της ενδοσηραγγώδους πίεσης και η χάλαση των λείων μυϊκών ινών ενεργοποιούν το μηχανισμό της φλεβικής σύγκλεισης, δημιουργούν συμφόρηση των κολποειδών του πέους και στύση. (εικόνα 1)

Εάν προχωρήσουμε σε μοριακό επίπεδο η βιοχημεία της στύσης λαμβάνει μια άλλη διάσταση. Κατά τη σεξουαλική διέγερση παράλληλα με το συμπαθητικό και παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα ενεργοποιείται ένα άλλο σύστημα το μη αδρενεργικό μη χολινεργικό (NANC). Έτσι από τα σηραγγώδη νεύρα και το επιθήλιο των σηραγγωδών σωμάτων εκκρίνεται ένα νευροδιαβιβαστή, το NO (μονοξείδιο του αζώτου). Το NO ενεργοποιεί το ένζυμο GC (γουανυλική κυκλάση). Η GC ενεργοποιεί την GTP (τριφωσφορική γουανοσίνη) και σχηματίζεται η cGMP (κυκλική μονοφωσφορική γουανοσίνη). Η cGMP προκαλεί ελάττωση των ενδοκυττάριων ιόντων Ca++. To ελαττωμένο ενδοκυττάριο Ca++ προκαλεί χάλαση της λείας μυϊκής ίνας. Η χάλαση της λείας μυϊκής ίνας οδηγεί σε διόγκωση του στυτικού ιστού του πέους. To cGMP αποδομείται από ένα ένζυμο που ονομάζεται φωσφοδιεστεράση τύπου 5 (PDE-5). H αναστολή της PDE-5 προκαλεί αναστολή ή καθυστέρηση της αποδόμησης του cGMP και έτσι βοηθά στην διατήρηση ή βελτίωση της στύσης. Αυτός ο μηχανισμός ερμηνεύει τον τρόπο δράσης της από του στόματος χορηγούμενης θεραπευτικής αγωγής για τη στυτική δυσλειτουργία με αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5. (εικόνα 2)

Είναι προφανές λοιπόν ότι η φυσιολογική στύση είναι ένα αγγειακό φαινόμενο, που βασίζεται στην οικονομία του αίματος, στην αύξηση δηλαδή της αγγειακής παροχής του πέους και συνάμα την ελάττωση της αποδρομής του αίματος από αυτό με τη σύγκλειση των φλεβών του. Το αγγειακό αυτό φαινόμενο βρίσκεται υπό τον έλεγχο και το συντονισμό του κεντρικού (μέση προοπτική περιοχή υποθαλάμου, παρακοιλιακός πυρήνας) και του περιφερικού (συμπαθητικό, παρασυμπαθητικό, NANC) νευρικού συστήματος , καθώς και του ενδοκρινικού συστήματος.

Που οφείλεται η Στυτική Δυσλειτουργία.

Η στυτική δυσλειτουργία μπορεί να οφείλεται σε ψυχογενή ή οργανικά αίτια, συχνότερα, όμως, στο συνδυασμό τους (3). Έτσι, συνήθως υπάρχει κάποια οργανική πάθηση, λ.χ. στένωση της αρτηρίας του πέους ή βλάβη των σηραγγωδών νεύρων, που ευθύνεται για την ανεπάρκεια του στυτικού μηχανισμού και δευτερογενώς προστίθεται ο αρνητικός ψυχογενής παράγοντας, η απογοήτευση και το άγχος. Δημιουργείται, λοιπόν, ένας φαύλος κύκλος που επιτείνει και διαιωνίζει το στυτικό πρόβλημα.
Το αμιγώς ψυχογενές υπόβαθρο απαντάται συχνότερα σε νεαρότερες ηλικίες, αλλά και ως δευτερογενές επακόλουθο της οργανικής στυτικής διαταραχής σε μεγαλύτερες ηλικίες. Οι ψυχολογικοί μηχανισμοί που επιδεινώνουν τη στυτική λειτουργία είναι πολλοί, όπως η ελάττωση της ερωτικής επιθυμίας, το άγχος (εργασιακό, κοινωνικό, αποτυχίας στην ερωτική πράξη), φοβίες, ιδεοληψίες ή και συγκεκριμένες ψυχιατρικές παθήσεις, όπως η κατάθλιψη και η σχιζοφρένεια (4),(5).

Οι οργανικές διαταραχές της στυτικής δυσκολίας μπορούν να είναι αγγειακού τύπου, νευρολογικού τύπου ή ο συνδυασμός και των δύο. Η πιο κοινή αιτία στυτικής δυσλειτουργίας είναι η διαταραχή της φυσιολογικής αιματικής ροής προς ή από το πέος. Αυτό μπορεί να αφορά τις αρτηρίες, τις φλέβες ή και τα δύο. Μείωση της αρτηριακής ροής στα κολποειδή των σηραγγωδών σωμάτων προκαλεί πτώση της πίεσης. Έτσι μειώνεται η σκληρότητα κατά τη στύση και ελαττώνεται ο χρόνος για την επίτευξη μέγιστης στύσης. Πιθανές αιτίες είναι η αθηροσκλήρυνση, η υπερχοληστερολαιμία και ο τραυματισμός των αρτηριών. Στη φλεβικής αιτιολογίας στυτική δυσλειτουργία συμβαίνει εκτεταμένη διαφυγή από τις φλέβες που παροχετεύουν τα σηραγγώδη η οποία δεν τους επιτρέπει να γεμίσουν τελείως με αίμα και μειώνεται η σκληρότητα της στύσης. Αυτό μπορεί να προκληθεί και από ατελή χάλαση των λείων μυϊκών ινών των σηραγγωδών σωμάτων, λόγω: είτε αυξημένης δραστηριότητας του συμπαθητικού σε έναν αγχώδη άνδρα, είτε ελαττωμένης παρασυμπαθητικής δραστηριότητας λόγω καταστροφής των νεύρων. Στην πρωτοπαθή φγεβική διαφυγή συμβαίνουν δομικές αλλαγές στα σηραγγώδη σώματα του πέους. Αν τα ινοελαστικά στοιχεία των κολποειδών δεν μπορούν να διαστέλλονται, ο στυτικός ιστός δεν μπορεί να συμπιέσει τα φλεβίδια πάνω στον ινώδη χιτώνα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την φλεβική παροχέτευση. Πιθανές αιτίες: μεγάλη ηλικία, αλλαγές στις ίνες του κολλαγόνου λόγω υποξίας, υπερχοληστερολαιμίας, χειρουργικών επεμβάσεων ή τραυματισμών του πέους. (διάγραμμα 1)

Η νευρογενής ΣτΔ μπορεί να οφείλεται σε διακοπή είτε κεντρικών είτε περιφερικών νευρικών δικτύων. Η κεντρικής αιτιολογίας στυτική δυσλειτουργία μπορεί να οφείλεται σε τραυματισμό του νωτιαίου μυελού, όγκους, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, νόσο του Πάρκινσον. Η περιφερικής αιτιολογίας μπορεί να προκληθεί από βλάβες των αισθητικών νεύρων που συμμετέχουν στην αντανακλαστική στύση ή των αυτόνομων νεύρων που συμμετέχουν στην αρτηριακή διαστολή ή χάλαση των λείων μυϊκών κυττάρων. Παράγοντες που επηρεάζουν τα περιφερικά νεύρα είναι η Σκλήρυνση κατά πλάκας,ο Σ. Διαβήτης, το αλκοόλ. Χειρουργικές επεμβάσεις, όπως η ριζική προστατεκτομή, η ριζική κυστεκτομή, η κολεκτομή, οι επεμβάσεις ανοικτής καρδιάς, οι επεμβάσεις για ανευρύσματα κοιλιακής αορτής, μπορεί να καταστρέψουν τα αυτόνομα νεύρα.

Σε μικρό αριθμό ασθενών, αίτιο είναι οι ορμονικές διαταραχές (λ.χ. υπερπρολακτιναιμία, υπογοναδισμός). Τέλος φάρμακα όπως τα αντιυπερτασικά και τα αντικαταθλιπτικά, ειδικές παθήσεις του πέους όπως η πλαστική σκλήρυνση μπορούν να επηρεάσουν την στυτική λειτουργία. Το κάπνισμα και η κατάχρηση αλκοόλ σαφώς συμβάλλουν στην επιδείνωση της στυτικής ικανότητας.(6),(7)
Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η στυτική δυσλειτουργία συνδέεται στενά με άλλες σοβαρές διαταραχές. Είναι χαρακτηριστικό ότι 68% των αντρών με υπέρταση εμφανίζουν στυτική διαταραχή (8), ενώ 60% των πασχόντων από στυτική δυσλειτουργία έχουν δυσλιπιδαιμία και 20% παρουσιάζουν υψηλά επίπεδα αθηρωμάτωσης (9). Επίσης ένας στους δέκα ασθενείς με διαταραχές της στύσεις πάσχει από κατάθλιψη (10). Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στην ομάδα των ασθενών με Σακχαρώδη Διαβήτη καθώς το 20% των αντρών με προβλήματα στύσης ανήκουν στην κατηγορία αυτή. Έτσι, περίπου ένας στους δύο διαβητικούς με διάρκεια νόσου δέκα έτη θα εμφανίσει στυτική δυσλειτουργία (11). Η αιτιολογία της είναι μεικτή, συνδυάζοντας διαταραχές τόσο αγγειακού όσο και νευρογενούς τύπου. Οι ασθενείς αυτοί αποτελούν μια από τις δύσκολες θεραπευτικές ομάδες, παρουσιάζοντας χαμηλότερη ανταπόκριση στην από του στόματος χορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή σε σχέση με το γενικό πληθυσμό, και μπορεί να είναι υποψήφιοι για χειρουργική αντιμετώπιση με τοποθέτηση ενδοπεϊκής πρόθεσης.

Οι τελευταίες έρευνες υποστηρίζουν ότι η στυτική δυσλειτουργία όπως και η καρδαγγειακή νόσος αποτελούν εκδήλωση της ίδιας παθοφυσιολογικής διαταραχής: της νόσου του ενδοθηλίου. Μπορεί, λοιπόν, η διαταραχή της στύσης να είναι οιωνός καρδαγγειακής νόσου (12). Όλα τα παραπάνω καθιστούν τη διάγνωση και αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας επιβεβλημένη. Στον πινακα φαίνονται συνοπτικά οι παράγοντες κινδύνου της στυτικής δυσλειτουργίας

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ Στ.Δ

  • Ηλικία
    • Προοδευτική μείωση λειτουργικότητας
    • Ψυχολογικά θέματα
  • Χρόνιες παθήσεις
    • Υπέρταση
    • Διαβήτης
    • Κατάθλιψη
    • Καρδιαγγειακή Νόσος
  • Φάρμακα λ.χ.
    • Αντιυπερτασικά
      • Διουρητικά Thiazide
      • β-blockers
    • Αντικαταθλιπτκά
      • Αναστολείς επαναπρόσληψης της Σεροτονίνης
  • Τρόπος Ζωής
    • Stress
    • Υπερκατανάλωση αλκοόλ
    • Κάπνισμα

Κλινική εικόνα- Διάγνωση

Η στυτική δυσλειτουργία μπορεί να εμφανιστεί με διάφορες κλινικές μορφές, έχοντας συνεχή ή διαλείποντα χαρακτήρα. Άνδρες που παρουσιάζουν διαταραχές εκσπερμάτισης (πρόωρος εκσπερμάτιση, αδυναμία εκσπερμάτισης), έλλειψη ερωτικής επιθυμίας, απουσία ή μείωση της συχνότητας και της έντασης των πρωινών στύσεων, αδυναμία στυτικού επεισοδίου τη στιγμή της ερωτικής επαφής ή αδυναμία διατήρησης της στύσης κατά τη διάρκεια των ερωτικών παιχνιδιών είτε μετά την κολπική διείσδυση, θα πρέπει να ελέγχουν τη στυτική τους λειτουργία.

Η μεθοδολογία διαγνωστικής προσέγγισης των προβλημάτων της στυτικής λειτουργίας τα τελευταία 20 χρόνια, έχει μεγάλη ανάπτυξη μετά την ανακάλυψη των αγγειοδιασταλτικών ουσιών, οι οποίες χορηγούμενες ενδοπεϊκά, μπορούν να δημιουργήσουν στυτικά επεισόδια. Οι προκλητές αυτές στύσεις μπορούν να μελετηθούν και μπορούν να υποστηρίξουν τον πάσχοντα, λύνοντας άμεσα το σύμπτωμα της στυτικής διαταραχής που είναι η έλλειψη στυτικών επεισοδίων στον μεγαλύτερο αριθμό των ασθενών.

Σήμερα, είναι διεθνώς αποδεκτό το γεγονός ότι η ιατρική προσέγγιση των προβλημάτων της στύσης, πραγματοποιείται με επιστημονική μεθοδολογία και υποστηρίζεται από ιατρική υλικοτεχνική υποδομή. Η διαγνωστική προσέγγιση περιλαμβάνει το ιστορικό του ασθενούς (πολύτιμη η χρήση ειδικών ερωτηματολογίων όπως o διεθνής δείκτης στυτικής λειτουργίας ΙΙΕF), την εκτίμηση του ψυχολογικού του προφίλ, την κλινική εξέταση και τον εργαστηριακό έλεγχο με γενικές εξετάσεις αίματος (σάκχαρο, λιπίδια) και ειδικές, όπως η μέτρηση συγκεκριμένων ορμονών (FSH, LH, Προλακτίνη, Τεστοστερόνη). Βασίζεται δε σε εξειδικευμένες εξετάσεις που στηρίζονται στην πρόκληση στυτικών επεισοδίων με τη χρήση αγγειοδιασταλτικών ουσιών και τον έλεγχο αυτών. Αυτές είναι η δυναμική σκληρομετρία πραγματικού χρόνου (RT Rigiscan) και το Doppler υπερηχογράφημα των πεϊκών αρτηριών. (εικόνα 3) Πολύτιμη είναι η μελέτη των νυκτερινών στύσεων (NPT), των αντανακλαστικών, δηλαδή, στυτικών επεισοδίων που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια του βαθέως ύπνου. Αυτές, έχοντας συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (αριθμό, διάρκεια, σκληρότητα) και εκφράζοντας την ομαλή ή όχι λειτουργία του στυτικού μηχανισμού ανεξαρτήτως ψυχογενών ερεθισμάτων, μπορούν να θέσουν τη διαφορική διάγνωση μεταξύ ψυχογενούς και οργανικής διαταραχής. (εικόνα 4)

Έτσι ελέγχεται πλήρως ο ασθενής με σκοπό αφενός μεν την αποκάλυψη και θεραπεία ασθενειών που κρύβονται πίσω ή προκαλούν τη στυτική δυσλειτουργία αφετέρου δε την αντιμετώπιση του στυτικού προβλήματος.

Υπάρχει θεραπεία;

Στις μέρες μας υπάρχουν αρκετές θεραπευτικές λύσεις για τη στυτική δυσλειτουργία. Απλό αλλά και συχνά το δυσκολότερο πρώτο βήμα είναι η τροποποίηση του τρόπου ζωής με την καθιέρωση της σωματικής άσκησης, υγιεινότερης διατροφής, τον περιορισμό του καπνίσματος, της χρήσης αλκοόλ, του άγχους και την αλλαγή ή δυνατόν διακοπή λαμβανομένων φαρμακευτικών ουσιών. Φάρμακα πρώτης γραμμής στην αντιμετώπιση της στυτικής διαταραχής θεωρούνται οι από του στόματος χορηγούμενοι αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5. Άλλες θεραπευτικές λύσεις, όπως η χρήση ενδοπεϊκών ενέσεων με αγγειοδιασταλτικές ουσίες ή οι χειρουργικές επεμβάσεις (αγγειοχειρουργικές, τοποθέτηση ενδοπεϊκής πρόθεσης), αποτελούν το «βαρύ πυροβολικό». Εφαρμόζονται με πολύ καλά αποτελέσματα σε ασθενείς που απέτυχε η από του στόματος θεραπεία ή έχουν αντένδειξη σε αυτή, ή τέλος προτιμούν τις συγκεκριμένες προσεγγίσεις. Η υοχιμβίνη,η μέσω της ουρήθρας χορήγηση προσταγλανδίνης Ε1, δακτύλιοι και συσκευές υποπίεσης αποτελούν άλλες, σπανιότερα πια χρησιμοποιούμενες, θεραπευτικές πρακτικές.

Από το 1998 που πρωτοκυκλοφόρησε η σιλδεναφίλη (Viagra) έγινε επανάσταση στο χώρο της Ανδρολογίας. Είναι ένα φάρμακο που με σχετικά απλή από του στόματος χορήγηση παρουσιάζει σημαντικά βελτιωμένη αποτελεσματικότητα, όταν φυσικά χορηγείται σε ασθενείς με την αντίστοιχη ένδειξη. Παράλληλα, όμως σηματοδότησε μια νέα εποχή, όπου η πάθηση της στυτικής δυσλειτουργίας συζητήθηκε από τα μέσα ενημέρωσης και το ευρύ κοινό και έχασε σε κάποιο βαθμό το χαρακτήρα «ταμπού» που είχε. Οι άνδρες και οι σύντροφοι τους άρχισαν να ενημερώνονται, να συζητούν και να αναζητούν λύσεις σε στυτικές δυσκολίες που τους απασχολούν. Τα τελευταία χρόνια νέα φάρμακα με παρόμοιο μηχανισμό δράσης κυκλοφόρησαν, η βαρδεναφίλη (Levitra) και η ταδαλαφίλη (Cialis). Έτσι προσφέρεται μια ποικιλία φαρμάκων με διαφορετικό κλινικό προφίλ, που δίνουν τη δυνατότητα στους άντρες και τις συντρόφους τους να επιλέξουν αυτό που τους ταιριάζει καλύτερα. Η ταδαλαφίλη (Cialis) παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα του συνδυασμού ενός πολύ αποτελεσματικού και ασφαλούς φαρμάκου με το μακρύ χρόνο δράσης. Η έναρξη της δράσης της αρχίζει εντός της πρώτης ώρας, καταφέρνει όμως, λόγω του μακρού χρόνου ημίσιας ζωής (17.5 ώρες) να παραμένει δραστική έως και για 36 ώρες. Είναι προφανές ότι με το μεγάλο αυτό παράθυρο αποτελεσματικότητας αφαιρεί το άγχος του ρολογιού και της ώρας, αποδεσμεύοντας την ερωτική πράξη από τη λήψη του φαρμάκου.

Πρέπει να τονίσουμε το ρόλο της χειρουργικής θεραπείας στην αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας. Μόνο 10% των ασθενών με προβλήματα στύσης θα οδηγηθούν τελικά στο χειρουργείο. Η χειρουργική θεραπεία περιλαμβάνει αγγειοχειρουργικές επεμβάσεις με στόχο την καλή πεϊκή κυκλοφορία, φαλοπλαστικές με στόχο την αποκατάσταση στις δυσμορφίες του πέους και τοποθέτηση ενδοπεϊκών προθέσεων, με στόχο την υποστήριξη της στυτικής λειτουργίας. Η τοποθέτηση ενδοπεϊκης πρόθεσης αποτελεί μια σίγουρη, ασφαλή και οριστική θεραπεία για τους ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στη συντηρητική θεραπεία ή αυτούς που επιλέγουν την άμεση και μόνιμη λύση του χειρουργείου. Σήμερα υπάρχουν πολλών τύπων μοσχεύματα που ανάλογα με τον κάθε ασθενή μπορούν να χρησιμοποιηθούν, όπως η πρόθεση τριών σημείων. Στην επέμβαση αυτή, που αποτελεί επέμβαση ρουτίνας για τους ουρολόγους που ασχολούνται με τη χειρουργική ανδρολογία, τοποθετούνται τα συνθετικά σηραγγώδη στο πέος μετά τη διαστολή των σηραγγωδών σωμάτων που δε λειτουργούν, η αντλία ενεργοποίησης τους στο όσχεο και η δεξαμενή με το υγρό που είναι απαραίτητο για τη λειτουργία του συστήματος στον προκυστικό χώρο. Όλα αυτά γίνονται από μια μικρή οσχεοπεϊκή τομή και εξασφαλίζουν στον ασθενή τέλειο αισθητικό και λειτουργικό αποτέλεσμα. (εικόνα 5).

Οι άντρες και οι σύντροφοί τους παίζουν κεντρικό ρόλο στη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας. Είναι αυτοί που θέτουν τη διάγνωση, καθορίζουν το βαθμό της διαταραχής, εκτιμούν την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Η επανάκτηση της στυτικής ικανότητας και της σεξουαλικής λειτουργίας δρα ως ισχυρό κίνητρο ζωής και ευτυχίας τόσο για τον ίδιο τον άνδρα όσο και για το ανθρώπινο περιβάλλον του.

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ 1: μηχανισμός αγγειακής στυτικής δυσλειτουργίας

 

ΕΙΚΟΝΑ 1: αγγειακός μηχανισμός στύσης

 

ΕΙΚΟΝΑ 2: βιοχημεία της στύσης

 

ΕΙΚΟΝΑ 3: φυσιολογικό και παθολογικό Doppler πεϊκών αρτηριών

 

ΕΙΚΟΝΑ 4: Φυσιολογική και παθολογική νυκτερινή πληθυσμογραφία

ΕΙΚΟΝΑ 5: τοποθέτηση ενδοπεϊκής πρόθεσης τριών σημείων